Οι σημαντικότερες αλλαγές που φέρνει ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας

Ηπιότερα πρόστιμα και αυστηρότερες διαδικασίες περιλαμβάνει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας που κατατέθηκε στη Βουλή.

Ειδικότερα :

  • Διατηρούνται και εκσυγχρονίζονται οι διατάξεις για εγγραφή στο μητρώο, λήψη ΑΦΜ και ο θεσμός του Αποδεικτικού Φορολογικής Ενημερότητας.
  • Θεσπίζεται ολοκληρωμένο πλαίσιο για την παροχή πληροφοριών προς τη Φορολογική Διοίκηση από το φορολογούμενο ή τρίτους
  • Διατηρούνται δοκιμασμένοι στην πράξη θεσμοί όπως η δυνατότητα τροποποίησης και ανάκλησης της φορολογικής δήλωσης και της δήλωσης με επιφύλαξη.
  • Προβλέπονται οι αρχές που διέπουν τον φορολογικό έλεγχο. Ως ένδειξη εμπιστοσύνης στον φορολογούμενο, εισάγεται η αρχή του μη ελέγχου όλων των δηλώσεων, αλλά εκείνων που καλύπτουν τα κριτήρια κινδύνου τα οποία καθορίζει η Φορολογική Διοίκηση.
  • Τα αποτελέσματα του ελέγχου κοινοποιούνται στον φορολογούμενο πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης προκειμένου αυτός να διατυπώσει τυχόν αντιρρήσεις του.
  • Ο ΚΦΔ στοχεύει στην άμεση και αυτόματη εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων ταυτόχρονα με την υποβολή τους. Έτσι προβλέπεται ο άμεσος προσδιορισμός του φόρου (self – assessment).
  • Σε περιπτώσεις μη υποβολής δήλωσης ή διακινδύνευσης της είσπραξης του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση εξοπλίζεται με τη δυνατότητα της άμεσης κοινοποίησης καταλογιστικής πράξης με εκτιμώμενα μεγέθη, χωρίς όμως να αποστερεί από τον φορολογούμενο εύλογη προστασία.
  • Οριστικοποιείται χωρίς ασάφειες η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για έλεγχο όπως και ο χρόνος διαφύλαξης των βιβλίων και στοιχείων στα πέντε χρόνια. Μόνο στις περιπτώσεις αδικημάτων φοροδιαφυγής η παραγραφή επεκτείνεται στα είκοσι χρόνια. Επανέλεγχος δεν επιτρέπεται παρά μόνο εάν υπάρξουν νέα στοιχεία τα οποία δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει η Φορολογική Διοίκηση κατά τον αρχικό έλεγχο.
  • Περιλαμβάνεται νέα διάταξη για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής κατά το πρότυπο που έχει υιοθετήσει και συστήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
  • Οι πρόσθετοι φόροι και οι προσαυξήσεις αντικαθίστανται από τον τόκο υπερημερίας. Προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα τα οποία είναι, για τυπικές παραβάσεις οι οποίες ελαχιστοποιούνται, εύλογα και για ουσιαστικές παραβάσεις ή παραβάσεις φοροδιαφυγής, σημαντικά.
  • Εξορθολογίζονται όλα τα πρόστιμα ώστε να είναι ρεαλιστική η προοπτική είσπραξής τους. Με μεταβατικές διατάξεις προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής στο ευνοϊκότερο καθεστώς και για εκκρεμείς υποθέσεις.

 

Στον ΚΦΔ εντάσσονται οι διατάξεις που ψηφίσθηκαν πρόσφατα για την διαδικασία ενδικοφανούς προσφυγής (εσωτερική επανεξέταση) καθώς και για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών.

Υπάρχει πρόνοια σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας για τους φορολογούμενους να απαλλάσσονται από κυρώσεις και πρόστιμα.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του Κώδικα επιχειρείται η θέσπιση ενός ανεξάρτητου συστήματος κανόνων που θα διέπει διάφορα στάδια της φορολογικής διαδικασίας αφενός ως προς τις φορολογικές υποχρεώσεις των υποκειμένων των αναφερομένων στον Κώδικα φορολογιών και αφετέρου ως προς τη διαδικασία της είσπραξης των προερχόμενων από φόρους και τέλη δημοσίων εσόδων. Για πρώτη φορά εμπλέκονται δε στο ίδιο νομοθέτημα διατάξεις που αφορούν παράλληλα φορολογία εισοδήματος, Φ.Π.Α. Βιβλία και Στοιχεία, είσπραξη (Κ.Ε.Δ.Ε), έλεγχο καθώς και θέματα οργάνωσης.

Ο Κώδικας ενσωματώνει και απλοποιεί διάσπαρτες διατάξεις της πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας που αφορούν τις φορολογικές διαδικασίες, τη σχέση μεταξύ φορολογούμενου και φορολογικής διοίκησης και τις διαδικασίες είσπραξης των φόρων. Εισάγει νέους και σύγχρονους τρόπους προσδιορισμού του φόρου, επαναξιολογεί τα προνόμια του Δημοσίου και επιδιώκει να επαναθεμελιώσει τις σχέσεις μεταξύ της φορολογικής διοίκησης και του φορολογούμενου σε υγιέστερη και δικαιότερη βάση.

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας παρακολουθεί τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές, είναι απλοποιημένος και εύληπτος και διευκολύνει τους φορολογούμενους στη συνεργασία τους με τη διοίκηση.

Περιλαμβάνει διατάξεις για την καθολική απόδοση ΑΦΜ, τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής, τις περιπτώσεις άρσης και διατήρησης του απορρήτου για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του ελεγκτικού μηχανισμού της φορολογικής διοίκησης, περιγράφει τις έμμεσες μεθόδους ελέγχου και αναφέρεται σε γενικές και ειδικότερες διατάξεις κατά της φοροδιαφυγής.

Επίσης, ορίζει τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και τη δυνατότητα του πολίτη να εντάσσεται σε προγράμματα ρύθμισης υπό προϋποθέσεις, εγκαθιστά μέτρα διασφάλισης υπέρ του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων καθώς και για τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, προβλέπει τόκους και πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεων και εκπρόθεσμης καταβολής φόρων ή και δηλώσεων. Τέλος, εντάσσεται πλέον στον Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας, με ορισμένες βελτιώσεις, το πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και εξορθολογίζεται το υφιστάμενο πλαίσιο προθεσμιών.

 

Ειδικότερα, στο πρώτος μέρος του σχεδίου νόμου και με το πρώτο κεφάλαιο (αρ. 1-9) του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας εισάγονται γενικές διατάξεις, όπως οι ορισμοί, το πεδίο εφαρμογής του κώδικα, η κοινοποίηση των πράξεων στο δεύτερο κεφάλαιο (αρ. 10-11) γίνεται αναφορά στην υποχρέωση εγγραφής στο ΑΦΜ, στο τρίτο κεφάλαιο (αρ.12) περιέχεται το αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, στο τέταρτο κεφάλαιο (αρ.13-17) περιλαμβάνονται διατάξεις για την τήρηση βιβλίων και στοιχείων, την παροχή πληροφοριών και το απόρρητο, με το πέμπτο κεφάλαιο (αρ.18-20) εισάγονται διατάξεις για την υποβολή της φορολογικής δήλωση με επιφύλαξη ή χωρίς καθώς και την τροποποίηση αυτής, στο έκτο κεφάλαιο (αρ.21-22) εισάγονται διατάξεις για τις προεγκρίσεις τιμολόγησης ενδοομιλικών συναλλαγών, με το έβδομο κεφάλαιο (αρ.23-29) για το φορολογικό έλεγχο και τις μεθόδους έμμεσου ελέγχου, με το όγδοο κεφάλαιο (αρ.30-39) περιλαμβάνονται οι τρόποι προσδιορισμού του φόρου, οι χρόνοι παραγραφής και γενικές διατάξεις για τη φοροδιαφυγή.

Με το ένατο κεφάλαιο (αρ.40-52)εισάγονται διατάξεις για την είσπραξη του φόρου, τα προγράμματα ρύθμισης οφειλών, τα μέτρα για τη διασφάλιση του Δημοσίου για τις οφειλές και την αναγκαστική εκτέλεση καθώς και την αμοιβαία συνδρομή στην είσπραξη απαιτήσεων από φόρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο δέκατο κεφάλαιο (αρ. 53-62) περιλαμβάνονται διατάξεις για την επιβολή και υπολογισμών των τόκων, για φορολογικές παραβάσεις και τα πρόστιμα που αντιστοιχούν, ενώ στο ενδέκατο κεφάλαιο (αρ.63-65) περιγράφονται οι ειδικές διοικητικές διαδικασίες και η ενδικοφανής προσφυγή. Τέλος, στο δωδέκατο κεφάλαιο (66-67) υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις και ορίζεται η έναρξη ισχύος του κώδικα.

 

Άρθρο 55

Παραβάσεις φοροδιαφυγής

 

1.    Για τους σκοπούς του Κώδικα,  ως «φοροδιαφυγή» νοείται:

α) η απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό την μη πληρωμή φόρου εισοδήματος.  Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία πλασματικές ή εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα,

β) η μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση  φόρου προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών καθώς και η μη υποβολή δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης με σκοπό την μη πληρωμή των παραπάνω φόρων τελών ή εισφορών, εφόσον προβλέπεται από τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας που αφορά φόρους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα,

γ) η είσπραξη επιστροφής  των παραπάνω φόρων από την Φορολογική Διοίκηση μετά από  παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων,

δ) η έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων  και η αποδοχή αυτών καθώς και η νόθευση φορολογικών στοιχείων.  Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί  στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο και όταν οι αξίες που αναγράφονται στο πρωτότυπο και στο αντίτυπο αυτού, το οποίο χρησιμοποιείται για φορολογικούς σκοπούς είναι διαφορετικές.

ε) η έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων  και η αποδοχή αυτών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, φορολογική αρχή. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται, ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν οι αξίες του πρωτοτύπου και αντιτύπου αυτού, το οποίο χρησιμοποιείται για φορολογικούς σκοπούς, είναι διαφορετικές.

2.    α) Όταν η παράβαση αναφέρεται σε μη έκδοση ή σε ανακριβή έκδοση  παραστατικού στοιχείου αξίας και έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της  αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε.

β) Σε περίπτωση έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων επιβάλλεται  πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της  αξίας του στοιχείου.

γ) Σε περίπτωση έκδοσης  εικονικών φορολογικών στοιχείων ή λήψης εικονικών στοιχείων επιβάλλεται  πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) της  αξίας του στοιχείου.  Αν η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική, το ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται για το  μέρος της εικονικής αξίας.

Εξαιρετικά στις κατωτέρω περιπτώσεις το πρόστιμο της περίπτωσης (γ) μειώνεται ως εξής:

αα) Όταν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μερικώς εικονικής αξίας επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας του στοιχείου.

ββ) Όταν η  εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη, στο λήπτη του εικονικού στοιχείου επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας του στοιχείου. Στην περίπτωση αυτή, εάν  ο λήπτης του στοιχείου έχει εξοφλήσει μέσω πιστωτικού ιδρύματος ή αξιογράφων  πλήρως την αξία του τιμολογίου και τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας στον εκδότη του στοιχείου και καταθέσει στη Φορολογική Διοίκηση τα σχετικά παραστατικά με ρητή αναφορά στο εικονικό στοιχείο τεκμαίρεται ότι τελούσε σε καλή πίστη και δεν επιβάλλεται πρόστιμο στον λήπτη. Σε αυτή την περίπτωση το πρόστιμο που επιβάλλεται στον εκδότη διπλασιάζεται.

γγ) Στον λήπτη εικονικού στοιχείου επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της αξίας του στοιχείου, εφόσον η λήψη του στοιχείου δεν είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του φόρου εισοδήματος του οικείου φορολογικού έτους.

δδ) Όταν η εικονικότητα του στοιχείου αφορά το χαρακτηρισμό της αναγραφείσας  συναλλαγής, η οποία αποδεικνύεται ότι  αφορά άλλη υποκρυπτόμενη πραγματική συναλλαγή και η έκδοση του εικονικού στοιχείου δεν επιφέρει καμία απώλεια εσόδων σχετικά με φόρους, επιβάλλεται πρόστιμο για την έκδοση μη προσήκοντος στοιχείου, ύψους πεντακοσίων ευρώ  ανά στοιχείο και με ανώτατο ύψος προστίμου πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ ανά ελεγχόμενο φορολογικό έτος.

δ) Στο Φ.Π.Α., όταν μετά από έλεγχο αποδειχθεί ότι ο υποκείμενος στο φόρο, ως λήπτης εικονικού φορολογικού στοιχείου ή στοιχείου το οποίο νόθευσε αυτός ή άλλοι για λογαριασμό του, διενήργησε έκπτωση φόρου εισροών ή έλαβε επιστροφή φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί Φ.Π.Α., ή ως εκδότης δεν απέδωσε φόρο, με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, επιβάλλεται πρόστιμο ισόποσο με το πενήντα τοις εκατό (50%)  του φόρου που εξέπεσε ή που επιστράφηκε ή δεν απέδωσε, ανεξάρτητα αν δεν προκύπτει τελικά ποσό φόρου για καταβολή.

Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται και στα πρόσωπα  που έλαβαν επιστροφή φόρου με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσαν οι ίδιοι.

3.    Η  επιβολή προστίμων και η σχετική διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τον Κώδικα είναι ανεξάρτητες από τυχόν ποινικές κυρώσεις και οποιαδήποτε ποινική διαδικασία προβλέπεται από οποιοδήποτε άλλο νόμο.

4.    Πληροφορίες ή έγγραφα, τα οποία αφορούν ποινική διαδικασία, δεν χορηγούνται στη Φορολογική Διοίκηση χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα.

Πηγή : Taxheaven.gr, Νίκος Παπανικολάου

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s